Τετάρτη, Ιούλιος 01, 2009

MSc in London Culture: From Production to Consumption (part 1)

Ως συνέχεια του προηγούμενου post, ιδού ορισμένα προϊόντα που προσφέρονται στα καταστήματα-αλυσίδες του Λονδίνου και θεωρώ ότι αξίζουν αναφοράς.

Sweet Meats

Food for thought: Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα δώσει την απαραίτητη προσοχή στο γεγονός μέχρι που ένας φίλος (μη μουσουλμάνος) το επεσήμανε: πολλά εστιατόρια-αλυσίδες και φαστφουντάδικα του Λονδίνου χρησιμοποιούν αποκλειστικά κρέας Halal, χωρίς να δίνουν την δυνατότητα στον πελάτη να επιλέξει αν το κρέας που θα φάει επιθυμεί να είναι τέτοιο ή όχι. Οι εταιρείες αυτές επισημαίνουν ότι προσφέρουν ζωικά προϊόντα χαλάλ σε «ορισμένα μόνο από τα καταστήματά τους», κυρίως δηλαδή σε περιοχές όπου κατοικεί μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων. Ωστόσο, αναρωτιέμαι γιατί ένα σαντουιτσάδικο-αλυσίδα στην τουριστική περιοχή του Bayswater, στην οποία όταν περπατάς ακούς σχεδόν μόνο ισπανικά και ιταλικά, χρησιμοποιεί αποκλειστικά χαλάλ αλλαντικά… Γιατί να μην έχω το δικαίωμα, ως πελάτισσα και μη μουσουλμάνα, να επιλέξω τι είδους κρέας επιθυμώ να καταναλώσω;

Πριν έρθω στην Βρετανία δεν είχα ξανακούσει τον όρο «Χαλάλ», πιθανότατα επειδή οι μουσουλμανικές κοινότητες στην Ελλάδα είναι κλειστές και επομένως τα έθιμά τους δεν είναι ευρέως γνωστά στον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας. Χαλάλ, λοιπόν, ονομάζεται το κρέας το οποίο προέρχεται από ζώο που έχει σφαγιαστεί με τον παραδοσιακό ισλαμικό τρόπο, χαράζοντάς το δηλαδή στο λαιμό. Όσο το ζώο ξεψυχάει, η καρδιά του συνεχίζει να λειτουργεί τροφοδοτώντας τις αρτηρίες του με αίμα, το οποίο αποβάλλεται από την τομή. Σκοπός του συγκεκριμένου τρόπου σφαγής είναι να παραμείνει η ελάχιστη ποσότητα αίματος στο κρέας του ζώου προτού αυτό δοθεί για κατανάλωση, αφού μόνο έτσι το τελικό προϊόν μπορεί να χαρακτηριστεί «χαλάλ» (=επιτρεπτό από τον ισλαμικό νόμο). Παρόμοιο τρόπο σφαγής εφαρμόζουν και οι Εβραίοι (κρέας Kosher).

Το συγκεκριμένο θέμα, φυσικά, έχει απασχολήσει πληθώρα φιλοζωικών οργανώσεων -με αιχμή του δόρατος την
PETA (People for the Ethical Treatment of Animals) και την WSPA (World Society for the Protection of Animals)- αλλά και βρετανικούς οργανισμούς όπως η RSPCA (The Royal Society for the Prevention of Cruelty to Animals) και το FAWC (Farm Animal Welfare Council), που υποστηρίζουν ότι με τον μουσουλμανικό και εβραϊκό τρόπο σφαγής το ζώο υποφέρει δύο ολόκληρα λεπτά ώσπου να ξεψυχήσει.

Από την άλλη πλευρά,
μουσουλμανικές κοινότητες αντικρούουν το παραπάνω επιχείρημα στηριζόμενοι κυρίως σε μια έρευνα του γερμανικού University of Veterinary Medicine (Tierärztliche Hochschule Hannover) από το 1978 (!), η οποία, με την βοήθεια ηλεκτροδίων που είχαν «φυτευτεί» στον εγκέφαλο αρνιών και μοσχαριών πριν από την σφαγή τους, έδειξε ότι ο ισλαμικός τρόπος είναι σχεδόν ανώδυνος: σύμφωνα με τα εγκεφαλογραφήματα και καρδιογραφήματα των ζώων που σφαγιάστηκαν με τον «δυτικό τρόπο», δηλαδή με χορήγηση αναισθητικού πριν από την θανάτωσή τους, αυτά αισθάνθηκαν πιο οξύ και μεγαλύτερο σε διάρκεια πόνο από εκείνα που θανατώθηκαν σύμφωνα με το ισλαμικό τελετουργικό.

Έκτοτε, καμία άλλη γνωστή έρευνα δεν φαίνεται να ρίχνει κάποιο φώς στο θέμα, ίσως από φόβο μήπως επιδεινώσει τις ήδη εύθραυστες σχέσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες. Ωστόσο, το θέμα
έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, οι μουσουλμάνοι αποτελούν μόλις το 2.7% του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ στο Λονδίνο, δεν ξεπερνούν το 8.5%. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο η έμμεση επιβολή του χαλάλ κρέατος στις υπόλοιπες κοινότητες της πόλης που δεν έχουν διατροφικούς περιορισμούς λόγω θρησκείας, όπως οι Χριστιανοί (58.2%) και οι άθεοι (15.8%), να εγείρει αντιδράσεις.

Προσωπικά, νιώθω ήδη αρκετά ένοχη που δεν καταφέρνω να γίνω χορτοφάγος (μετά από δύο μέρες σαλατοφαγίας αρχίζει να μου μυρίζει μπέικον όπου και αν σταθώ…), και επομένως θα ήθελα να έχω, αφενός μια έγκυρη ενημέρωση για το ποιος τρόπος είναι ο λιγότερο επώδυνος για τα ζώα, και αφετέρου την δυνατότητα να επιλέγω τι είδους κρέας επιθυμώ να καταναλώσω σε όλα τα εστιατόρια και fast food καταστήματα που δεν είναι ethnic (ινδικά, τούρκικα κτλ.). Γιατί στην τελική, η ελευθερία σου σταματά εκεί που αρχίζει η δική μου…

Πέμπτη, Ιούνιος 18, 2009

MSc in London Culture: Chain Reaction

Αντίθετα με ό,τι πίστευα πριν εγκατασταθώ εδώ, ο τομέας λιανικού εμπορίου της Βρετανικής πρωτεύουσας στερείται τόσο ποικιλίας όσο και εξυπηρέτησης. Μπορεί να ακούγεται περίεργο για μια τόσο μεγάλη και πολυπολιτισμική πόλη, αλλά περπατώντας στο κέντρο του Λονδίνου (όπου κέντρο = ζώνη 1 του London Underground) έχεις την εντύπωση ότι βλέπεις τα ίδια καταστήματα σε επανάληψη: Pizza Express, Boots, WHSmith, Pret A Manger, HMV, Borders, Café Nero, Pizza Hut, Starbucks και άντε πάλι Pizza Express, Boots, WHSmith, Pret A Manger

Η κυριαρχία των απρόσωπων αλυσίδων, ακόμα και στα προάστια, αναγκάζει τους Λονδρέζους να αγοράζουν «ό,τι υπάρχει» και όχι «ό,τι τους αρέσει», επιβάλλοντας έτσι ένα ενιαίο στιλ και, κατ’ επέκταση, τρόπο ζωής. Με εξαίρεση τον τομέα ένδυσης -ο οποίος περιλαμβάνει κάποιες πολύ δημοφιλείς αγορές «εναλλακτικού» στυλ (π.χ. στο Camden)- η χρήση πανομοιότυπων προϊόντων μού θυμίζει την υποχρεωτική αγορά μπλε τετραδίων στις τάξεις του Δημοτικού! Ακόμα και εκεί, όμως, μπορούσες να «διαφοροποιηθείς», προτιμώντας το σκουρόχρωμο «εναλλακτικό» Skag από το βγάζω-μάτι-γαλάζιο Διεθνές. Στο Λονδίνο, δεν είναι και τόσο εύκολο…

Diversity: Δεν αναφέρθηκα όμως τυχαία σε τετράδια: λατρεύω τα χαρτοπωλεία! Λογικό ήταν, λοιπόν, όταν μετακόμισα στο Λονδίνο, να σχεδιάσω μια εξόρμηση στα καταστήματα γραφικής ύλης. Σκεφτόμουν ότι, λόγω πληθυσμού και μεγάλου αριθμού σχεδιαστικών ειδικοτήτων, το ελληνικό Πλαίσιο θα μου φαινόταν «Δέλτα της γειτονιάς» σε σύγκριση με τα χαρτοπωλεία του Λονδίνου!

Φευ! Ήδη από την πρώτη στιγμή συνειδητοποίησα ότι, όπως και στο Cardiff και μάλλον και στην υπόλοιπη Βρετανία, η ποικιλία σε αντίστοιχα καταστήματα είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Αλυσίδες όπως τα WHSmith (χαρτοπωλείο ΚΑΙ βιβλιοπωλείο ΚΑΙ newsagent’s ΚΑΙ mini market σε ένα), τα Ryman (αποκλειστικά χαρτοπωλείο που ενίοτε περιλαμβάνει ΚΑΙ ταχυδρομείο (!) εντός του ίδιου χώρου) και τα Paperchase (είδη δώρων και γραφική ύλη κυρίως για teenagers γένους θηλυκού ή άτομα που αγαπούν τα cartoon και τις αποχρώσεις του ροζ) κρατούν τα σκήπτρα στον συγκεκριμένο τομέα, έχοντας κυριολεκτικά «αφανίσει» τα μικρά συνοικιακά χαρτοπωλεία. Εξαιρέσεις εντοπίζονται μόνο σε περιοχές που γειτνιάζουν με πολυάριθμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (π.χ. Barbican).

Η σαρωτική επικράτηση των παραπάνω καταστημάτων θα ήταν λιγότερο καταπιεστική για τον καταναλωτή αν πρόσφεραν πρωτότυπα και καλόγουστα προϊόντα. Ωστόσο, μια ματιά στην «πραμάτειά» τους αποκαλύπτει μια καταφανή σύγχυση του μινιμαλιστικού design με την… απουσία design! Μονόχρωμα τετράδια, ντοσιέ και φάκελοι, χωρίς ίχνος γραφιστικής επιμέλειας και με χαμηλής ποιότητας πρώτη ύλη, προσφέρονται από τα χαρτοπωλεία ως «φτηνή και έξυπνη» επιλογή σε σχέση με τα «επώνυμα» προϊόντα. Όμως, συγκρίνοντας ποιότητα και τιμή, συνειδητοποιείς ότι τελικά δεν είναι και τόσο φτηνά … Στην περίπτωση δε των «επώνυμων» προϊόντων, οι εταιρείες από τις οποίες εφοδιάζονται τα παραπάνω χαρτοπωλεία μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και είναι πάντοτε οι ίδιες, είτε βρίσκεσαι σε υποκατάστημα της Ryman είτε της WHSmith!

Ίδια κατάσταση και στον τομέα των βιβλιοπωλείων, με τα πολυώροφα Borders, τα σοφιστικέ Waterstone’s και τα σχετικά ουδέτερα Blackwell να κυριαρχούν στην πόλη, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για κάποια εξειδικευμένα ή ιστορικά βιβλιοπωλεία. Οι συνεργασίες μεταξύ καφετεριών-αλυσίδων και βιβλιοπωλείων-αλυσίδων είναι συχνό φαινόμενο στο Λονδίνο, και η συστέγασή τους στο ίδιο χώρο προσθέτει ακόμα περισσότερο κόσμο, και συνεπώς θόρυβο, στα βιβλιοπωλεία του κέντρου.

Customer Service: Ας αφήσουμε όμως τα χαρτοπωλεία και τα βιβλιοπωλεία και ας μιλήσουμε για φαρμακεία. Για όποιον δεν έχει επισκεφθεί την Βρετανία (και ο μόνος ορισμός που γνωρίζει για την λέξη «Boots» είναι το γνωστό είδος υποδήματος), τα Boots είναι μια αλυσίδα καταστημάτων καλλυντικών που περιλαμβάνουν ΚΑΙ φαρμακείο. Παρά το γεγονός ότι διαθέτουν σαφώς μικρότερη ποικιλία σε σύγκριση με ένα οποιοδήποτε Hondos Center στην Ελλάδα –και με εξαίρεση το ανταγωνιστικό Superdrugs, το οποίο όμως δεν προσφέρει υπηρεσίες φαρμακείου- τα Boots έχουν επικρατήσει παν-βρετανικώς.

Με ελάχιστα original φαρμακεία σε όλο το Λονδίνο (στο Cardiff είχα δει μόνο δύο!), και μάλιστα με τα περισσότερα συγκεντρωμένα γύρω από ιδιωτικά ιατρεία και surgeries, τα Boots είναι το αναγκαίο κακό σε περίπτωση που χρειάζεσαι κάτι περισσότερο από τα Panadol και τις βιταμίνες που προσφέρει το συνοικιακό super market. Και γράφω «κακό», επειδή η ύπαρξη φαρμακείου εντός του καταστήματος δεν προϋποθέτει και την παρουσία φαρμακοποιών!

Πιο συγκεκριμένα, το τμήμα φαρμακείου των Boots χωρίζεται στο τμήμα “Prescriptions” για συνταγές από surgeries και στο τμήμα “Medicines” για μη-συνταγογραφημένα φάρμακα, όπως αντιπυρετικά, αντιγριππικά, αντιφλεγμονώδη και τέλος πάντων όλα τα είδη φαρμάκων που έχουν το πρόθεμα «αντί-» μπροστά τους.

Ευελπιστώντας ότι και στην Βρετανία «ο φαρμακοποιός σας είναι και σύμβουλός σας», πήγα στον γκισέ του “Medicines” για να ζητήσω μια συμβουλή για ένα κοινό ιατρικό πρόβλημα που είχα επειδή το πρώτο διαθέσιμο ραντεβού στο γειτονικό surgery ήταν σε μια εβδομάδα (!). Εκεί διαπίστωσα με έκπληξη ότι οι ένας-δύο φαρμακοποιοί του καταστήματος βρίσκονται μονίμως στο τμήμα “Prescriptions” (και συνήθως χωμένοι ανάμεσα στα ράφια με τα φάρμακα), ενώ όσοι εξυπηρετούν στο τμήμα “Medicines” είναι απλοί υπάλληλοι και επομένως άσχετοι με το αντικείμενο.

Δεν είναι να απορεί κανείς που τα surgeries είναι από τα πιο δημοφιλή meeting points στην γειτονιά μου: στην Βρετανία οι φαρμακοποιοί δεν μπαίνουν στα «χωράφια» των γενικών παθολόγων (GP) και έτσι οι Λονδρέζοι τρέχουν στα τοπικά surgeries με το παραμικρό. Από την άλλη πλευρά, αυτό είναι μάλλον προτιμότερο από την Do-it-Yourself φιλοσοφία των Ελλήνων που αγοράζουν αντιβίωση ακόμα και για ένα απλό κρυολόγημα, χωρίς να συμβουλευτούν τον γιατρό τους. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι με ξένισε η συγκεκριμένη τακτική, καθώς στην Ελλάδα ο φαρμακοποιός πρέπει να είναι έμπιστο πρόσωπο και όχι στυγνός έμπορος. Και όπως και να το κάνουμε, ένα φαρμακείο-αλυσίδα δεν θα γίνει ποτέ το «φαρμακείο της γειτονιάς»…

Παρασκευή, Ιούνιος 12, 2009

MSc in London Culture: Facilities and Requirements

Accommodation: Έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα από την ελληνοκυπριακή κοινότητα του βόρειου Λονδίνου (εξού και η διαδεδομένη πλέον παράφραση του ονόματος του προαστίου Palmers Green σε Palmers Greek!), βρέθηκα σε γειτονική περιοχή, που, αν και επίσης εμπεριέχει τη - γεμάτη βουκολικούς συνειρμούς - λέξη “green” στο όνομά της, είναι σαφώς λιγότερο φυτεμένη και κατοικείται κυρίως από Τούρκους, Ανατολικοευρωπαίους και Νιγηριανούς. Παρ’ όλα αυτά, εγώ κατέληξα να συγκατοικώ με Λατινοαμερικάνους.

Αρχικά, η ιδέα μιας τέτοιας συγκατοίκησης μού φαινόταν ιδιαίτερα εξωτική, και τολμώ να πω ότι ήταν ένας από τους λόγους που επέλεξα το συγκεκριμένο δωμάτιο. Στη συνέχεια όμως κατάλαβα ότι η βρετανική κουλτούρα είναι τόσο ισοπεδωτική όσο και η αμερικανική: αν εξαιρέσεις την χρήση της ισπανικής γλώσσας στην μεταξύ τους επικοινωνία, την ανάρτηση κιλιμιών από το μακρινό Machu Picchu στους τοίχους και την συχνή ακρόαση Reggaeton ασμάτων, οι συγκάτοικοί μου έχουν αφομοιώσει πλήρως αγγλικά και αμερικάνικα πολιτισμικά στοιχεία όπως η κατανάλωση chicken nuggets και burgers από τα McDonald’s, η πλήρης εξάρτηση από την τηλεόραση με ιδιαίτερη προτίμηση στο Jeremy Kyle Show (το βρετανικό ανάλογο του Επιτέλους Μαζί, όπου οικογένειες ή ζευγάρια που συνήθως περιμένουν παιδί βγάζουν τα άπλυτά τους στην φόρα – όπου «άπλυτα» βλέπε εκπόρνευση, εθισμοί, κακοποίηση, αιμομιξία κτλ.) και σε ΟΛΟΥΣ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες του βρετανικού πρωταθλήματος, και τέλος η χρήση εντελώς «κουλών» δυτικότροπων προϊόντων, όπως μιας οδοντόκρεμας η οποία περιέχει την περίφημη (;) “Beverly Hills Formula”.

Κατά τα άλλα, ακόμα ερευνώ τους (Feng Shui;) λόγους που οδήγησαν στην εξαρχής τοποθέτηση ΔΥΟ φυτών μέσα στο μπάνιο και ακόμα ΔΥΟ ακριβώς έξω από την πόρτα του! Αγνοώ επίσης τα αίτια που κρύβονται πίσω από την πρόσφατη τοποθέτηση δύο φύλλων Α4 με υγρή κόλλα στο επάνω μέρος τους σε στρατηγικά σημεία της κουζίνας (στο πάτωμα πίσω από τον καναπέ και μέσα στην ψωμοθήκη δίπλα σε μικρές «μπουκίτσες» ψωμιού). Στοιχήματα στα τοπικά betting joints υποδεικνύουν την χρήση των Α4 ως κατσαριδοπαγίδες (sic) με προφανή ημερομηνία λήξης 3 μόλις λεπτά μετά την επάλειψη της κόλλας (μέχρι δηλαδή να στεγνώσει). Αν ανάμεσα στους αναγνώστες ετούτου του ιστολογίου υπάρχει κάποιος λαογράφος ή ανθρωπολόγος με ειδίκευση στους λαούς της Νοτίου Αμερικής, παρακαλώ θερμά να με διαφωτίσει αν πρόκειται για κάποιο τοπικό έθιμο το οποίο μου διαφεύγει…

Language skills: Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει να γράφω στα ελληνικά: κάθε λέξη και ένα τυπογραφικό λάθος! Αν είχε χέρια ο ορθογραφικός έλεγχος του Word, θα με χαστούκιζε! Παρόλο που στην αρχή προέβαλα σθεναρές αντιστάσεις, τελικά ενέδωσα στον πειρασμό που λέγεται Greeklish γιατί η συνεχής εναλλαγή ελληνικών-αγγλικών ήταν κουραστική. Ωστόσο, αυτό έχει μπερδέψει τους αλλοεθνείς φίλους μου οι οποίοι συχνά με ρωτούν ποια είναι αυτή η αλλόκοτη γλώσσα με την οποία εμείς οι Έλληνες επικοινωνούμε στο Facebook! Εδώ που τα λέμε, πώς διαβάζεται το “gene8lia” ή το “e3igisi”;;;

Disabilities - Equal Opportunities: Αν δυσκολεύεστε να καταλάβετε τους Βρετανούς στο τηλέφωνο με αποτέλεσμα να τα «χάνετε» (τα λόγια σας, τα αγγλικά ή τα λογικά σας κτλ.), τότε, σύμφωνα με έναν -περήφανο για την καταγωγή του- Βρετανό που γνώρισα πρόσφατα, πάσχετε από ένα είδος disability! Ναι, σωστά διαβάσατε! Σταματήστε να κρύβεστε πίσω από δικαιολογίες του τύπου «όταν μάθαινα Αγγλικά για Lower/Advanced/Proficiency, δεν εξεταζόμουν στην προφορά του Liverpool, του Cardiff ή του Aberdeen, αλλά σε εκείνη του Cambridge». Παραδεχτείτε ανοιχτά την disability σας! Και ας τρέξουμε όλοι μαζί στο Βρετανικό Συμβούλιο για να απαιτήσουμε να συμπεριλάβουν Σκωτσέζους και Ουαλούς εξεταστές/ομιλητές στο Speaking και το Listening!

Just for the record, η νέα εμμονή των κίτρινων φυλλάδων της Γηραιάς Αλβιόνας, η Britain’s-Got-Talent Susan Boyle από το Blackburn της Σκωτίας, εμφανίστηκε πριν από έναν μήνα περίπου στο show της Oprah Winfrey… υποτιτλισμένη! Η βαριά σκωτσέζικη προφορά της κρίθηκε εξαιρετικά δυσνόητη για το αμερικάνικο κοινό (και όχι μόνο!) και οι υπότιτλοι ανέλαβαν τον ρόλο του μεταφραστή. Αν άτομα που έχουν ως μητρική τους γλώσσα τα Αγγλικά δυσκολεύονται να καταλάβουν τι λέει η Boyle (και η κάθε Boyle) στην οθόνη της τηλεόρασής τους, τότε μπορείτε να υποθέσετε τι σοκ θα πάθετε άμα την πετύχετε στο τηλέφωνο

Πέμπτη, Ιούνιος 11, 2009

MSc in London Culture: Introduction

Stencil στο Bristol

Στην αρχή έγραφα τις σκέψεις μου στις σελίδες ενός σημειωματάριου που στη συνέχεια παράχωνα στην τσάντα μου. Δυο-τρεις λέξεις, αρκετές δηλαδή για να θυμηθώ αργότερα τι μου έκανε εντύπωση και να το καταγράψω σε μορφή κανονικού κειμένου. Όσο περνούσε ο καιρός και δεν έγραφα στο ιστολόγιό μου, οι σελίδες του σημειωματαρίου φθείρονταν και σκίζονταν. Κατά καιρούς «ψάρευα» τα χαρτάκια τυχαία από τον πάτο της τσάντας μου, μαζί με ξεχασμένες καραμέλες βουτύρου, υγρά μαντηλάκια Hondos Center και λαστιχάκια για τα μαλλιά που είχα χάσει από καιρό.

Οι μήνες περνούσαν και η διάθεσή μου να συνεχίσω τις αναρτήσεις δεν έλεγε να επιστρέψει. Ξεκίνησα να γράφω μια-δυο φορές αλλά τα κείμενα έμεναν ατελείωτα. Είχα θέματα αλλά όχι όρεξη. Ήθελα να βρω δουλειά, να σταθώ στα πόδια μου. Η Κρίση όμως είχε αντίθετη άποψη. Η απογοήτευσή μου αντανακλούνταν στον τρόπο γραφής μου: το χιούμορ έβγαινε «βεβιασμένα», σαν κάποιος να με ανάγκαζε να γράψω εύθυμα. Στο τέλος τα παράτησα. Τα χαρτάκια παρέμειναν στον πάτο της τσάντας, οι καραμέλες πατικώθηκαν από το βάρος του περιεχομένου της και το άρωμα από τα μαντηλάκια του Χόντου εξατμίστηκε με τον καιρό.

Αφοσιώθηκα στην αναζήτηση εργασίας. Με μανία. Αγόρασα σημειωματάριο Moleskine, αντικατέστησα τις καραμέλες βουτύρου με τσίχλες που έχουν άρωμα μέντας και αγόρασα βρετανικά υγρά μαντηλάκια με άρωμα φρεσκάδας (freshness). Ύστερα από τόση προετοιμασία και αλλαγή στιλ, οι προσδοκίες ήταν (τουλάχιστον) υψηλές. Ωστόσο, αυτό που ακολούθησε ήταν ακόμα μερικές δεκάδες (ή μήπως εκατοντάδες;) αιτήσεις, ελάχιστες συνεντεύξεις, δεκάδες e-mails με συνημμένα βιογραφικά που έμειναν αναπάντητα, και μια πολλά υποσχόμενη internship που όμως δεν κράτησε τις υποσχέσεις της…

Ο τελευταίος χρόνος, ο γεμάτος προσμονή και απογοητεύσεις, ήταν σαν ένα δεύτερο μεταπτυχιακό. Ένα εξοντωτικό μάστερ αποτελούμενο από μικρά καθημερινά «μαθήματα ζωής» σε μια πόλη που δεν «χαρίζεται» σε κανέναν, πόσω μάλλον εν μέσω οικονομικής κρίσης! Τα post που θα ακολουθήσουν είναι ένα συνοπτικό «πρόγραμμα σπουδών» των περασμένων μηνών που αναρτώ λίγο πριν μάθω οριστικά αν «κόβομαι» ή προάγομαι…

Τρίτη, Δεκέμβριος 30, 2008

Σκόρπιες σκέψεις δύο επιστροφών

Αυτή η ανάρτηση είναι ένα συνονθύλευμα όλων αυτών που έχω συνεχώς στο μυαλό μου τελευταία, αλλά ποτέ δεν προλαβαίνω να εκφράσω μέσω του ιστολογίου μου. Έτσι σήμερα, βρισκόμενη πάλι στα πάτρια και απηυδισμένη με όλα αυτά που βλέπω, ακούω και διαβάζω για την χώρα μου, αποφάσισα να καταγράψω αυτές τις σκέψεις μου σε - όσο το δυνατόν - συνεπτυγμένη μορφή.

* Πριν από ενάμιση μήνα βρισκόμουν ξανά στην Ελλάδα για να παραστώ στην τελετή ορκωμοσίας αγαπημένου μου προσώπου. Η τελετή αναβλήθηκε κυριολεκτικά στο παραπέντε, καθώς τα διευθυντικά στελέχη της σχολής θυμήθηκαν (;) πως είχαν «ανειλημμένες υποχρεώσεις» (η πιο συχνή δικαιολογία σε παρόμοια περιστατικά ανευθυνότητας) και κατά συνέπεια, οι ετεροδημότες απόφοιτοι έτρεχαν τελευταία στιγμή να ακυρώσουν εισιτήρια αεροπλάνων/τρένων/πλοίων, καθώς και κρατήσεις σε ξενοδοχεία της συγκεκριμένης πόλης. Τι θα γινόταν αν οι συγκεκριμένοι απόφοιτοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν αποζημίωση από την σχολή για τα χρήματα που είχαν πληρώσει; Σε μια τέτοια περίπτωση, η διοίκηση της σχολής ίσως να μην έπασχε από Αλτσχάιμερ…

* Με την αναβολή της ορκωμοσίας, λοιπόν, βρήκα χρόνο για να ασχοληθώ με ένα ξεχασμένο χόμπι: τους, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, περιπάτους στην Αθήνα. Σε μια τέτοια άσκοπη διαδρομή στο κέντρο της πόλης έγινα μάρτυρας της σύλληψης από την δημοτική αστυνομία ενός αφρικανού μετανάστη που πουλούσε γυναικείες τσάντες σε πεζόδρομο.

Τονίζω το «γυναικείες» επειδή όλες μας έχουμε, αν όχι αγοράσει, ρίξει κατά καιρούς μία και δύο ή και τρεις προσεχτικές ματιές στο εμπόρευμά τους. Ακόμα θυμάμαι ότι εν έτει 2003 δεν υπήρχε φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη που να μην κρατούσε στον ώμο της μια ινδική δερμάτινη τσάντα με μπορντό και μπεζ μοτίβο αγορασμένη από τους αφρικανούς πωλητές έξω από το Ολύμπιον! Συνεπώς, οι Ελληνίδες, όχι απλά δεν έχουν τίποτε εναντίον των υπαίθριων πωλητών, αντιθέτως, πολλές από αυτές αγοράζουν κατ’ εξακολούθηση τα προϊόντα που εμπορεύονται.

Ο Αφρικανός που λέγαμε, τρέχοντας να ξεφύγει από τους αστυνομικούς, έπεσε με ορμή πάνω στον ιδιοκτήτη του καφενείου έξω από την οποία είχε απλωμένη την πραμάτεια του. Να σημειωθεί ότι ο καφετζής φώναζε ήδη πριν από την πτώση του εναντίον των υπαίθριων πωλητών και προέτρεπε τους αστυνομικούς να τους συλλάβουν! Οι άνθρωποι δε που είχαν μαζευτεί γύρω από το «πεδίο μάχης» αποτελούσαν ένα ετερόκλητο πλήθος, που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα παθητικά, χωρίς να εκφράζει άποψη.

Οι αστυνομικοί τραβολογούσαν τον ταλαίπωρο Αφρικανό, ο οποίος προσπαθούσε μάταια να ξεφύγει. Ξαφνικά, δύο νεαρές κοπέλες διέσχισαν την «απόσταση ασφαλείας» μεταξύ του «κοινού» και των αστυνομικών και διαμαρτυρήθηκαν για τον τρόπο αντιμετώπισης και τη βίαιη σύλληψή του. Ένας από τους αστυνομικούς στράφηκε προς το μέρος της πιο μαχητικής και, υψώνοντας τον δείκτη του χεριού του, της απάντησε κάτι αντίστοιχο του «να κοιτάς την δουλειά σου». Η κοπέλα απέκρουσε ταχύτατα τη «διδακτική» (sic) του χειρονομία, λέγοντας «μη μου σηκώνεις εμένα το δάχτυλο!» και, αφού εξέφρασε για μια ακόμα φορά την αποστροφή της για την βία που χρησιμοποιούσαν τα όργανα της τάξης, φώναξε «Ντροπή σας!» και απομακρύνθηκε.

Τη θαύμασα εκείνη την κοπέλα για το θάρρος της! Αντέδρασε όπως ούτε εγώ, ούτε κάποιοι από το «κοινό» τολμήσαμε. Δεν ξέρω τι φοβηθήκαμε. Ή μάλλον ξέρω. Ξέροντας ότι οι Έλληνες αστυνομικοί δεν γνωρίζουν όρια (περίπτωση «ζαρντινιέρας» ή του παιδιού με τα πράσινα «σταράκια» κ.ά), φοβηθήκαμε μήπως μας συνελάμβαναν κι εμάς. Κι αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην αστυνομία που δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες και στην αστυνομία που προκαλεί φόβο.

Για να μην παρεξηγηθώ - όπως με παλιότερη ανάρτησή μου περί μεταναστών στην Αγγλία - θέλω να διευκρινίσω ότι με τα παραπάνω δεν υπονοώ πως οι άντρες είναι εναντίον των μεταναστών ή πως όλες οι γυναίκες είναι με το μέρος τους, αλλά ότι όσοι, ανεξαρτήτως φύλου, τους έχουμε συναναστραφεί μέσω τις αγοράς μιας τσάντας, ενός κολιέ ή ενός cd, ξέρουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν απλώς να βγάλουν το ψωμί τους και να επιβιώσουν σ’ ετούτη την εχθρική για τους μετανάστες χώρα.

Όσο για το αν αξίζει να συλληφθούν επειδή δεν έχουν «άδεια» για να εμπορεύονται σε δημόσιο χώρο, πιστεύω πως η δημοτική αστυνομία, αντί να τους καταδιώκει τόσο βάναυσα, θα ήταν ωφελιμότερο για την ποιότητα ζωής όλων μας να αρχίσει να τιμωρεί όσους πραγματικά παρανομούν σε δημόσιο χώρο, όπως π.χ. να κόβει κλήσεις σε όσους περνάνε με το αυτοκίνητό τους ή το σταθμεύουν στους κατ’ όνομα μόνο πεζόδρομους της πόλης (βλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, οδός Ερμού κάτω από την πλ. Αγ. Ασωμάτων κ.ά.), ή να μοιράζει πρόστιμα σε όσους βγάζουν χωρίς άδεια «τραπεζάκια έξω» σε πεζοδρόμια και πλατείες.


* Και μιας και αναφέρθηκα στο ευνομούμενο κράτος μας, θα ήθελα να αφιερώσω μια παράγραφο στα όσα ακολούθησαν την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (για τη δολοφονία του αυτή καθαυτήν, εκφράστηκα μέσω της προηγούμενης φωτο-ανάρτησης). Παρακολούθησα - όσο μπορούσα λόγω απόστασης - τα γεγονότα μέσω διαδικτύου και τηλεφωνικών συνομιλιών με συγγενείς μου. Στο Λονδίνο δεν είχα συζητήσει τίποτε και με κανέναν. Μόνο ένας φίλος με είδε μια μέρα να δακρύζω βλέποντας ένα σχετικό βίντεο στο διαδίκτυο και ζήτησε λεπτομέρειες. Κάποια στιγμή αναφέρθηκε στα γεγονότα μπροστά σε φίλους και γνωστούς που άρχισαν να ρωτάνε για να μάθουν περισσότερα.

Μου έκανε εντύπωση πόσο ξένη ήταν σε πολλούς η έννοια «διαδήλωση». Πόσο μάταιη θεωρούσαν την κάθε μορφή κινητοποίησης ενάντια στις πολιτικές των χωρών τους. Περισσότερο όμως με ενόχλησε αυτό που μου είπε κάποιος: «Κι εγώ λέω ότι θα κατέβαινα σε πορείες στη χώρα μου αλλά τόσο εγώ όσο κι εσύ είμαστε εδώ!». Με πόνεσε. Όχι επειδή αυτή η δήλωση με αφορούσε προσωπικά αλλά επειδή ερμήνευε την προσπάθειά μας να σταδιοδρομήσουμε στην Αγγλία ως υποκρισία.

Δεν γνωρίζω κανέναν Έλληνα που να αποφάσισε να μεταναστεύσει με χαρά. Όλοι θα προτιμούσαμε να παραμείνουμε στην χώρα μας - αν αυτή παρείχε τις βασικές προϋποθέσεις για να ζούμε αξιοπρεπώς. Όμως η Ελλάδα μας διώχνει. Μας διώχνουν οι μισθοί πείνας, η πολιτική ανικανότητα, η διαφθορά, τα εγκλήματα εις βάρος του περιβάλλοντος, η αδιαφορία, η αναξιοκρατία, η ανεργία και τόσα άλλα που μας κάνουν ανασφαλείς και απαισιόδοξους για το αύριο. Η φυγή μας στο εξωτερικό ουσιαστικά υπαγορεύεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!


* Συζητώντας τις προάλλες το ζήτημα της μετανάστευσης των πτυχιούχων με μία ελληνίδα πανεπιστημιακό, εκείνη εξέφρασε την - πολύ διαδεδομένη, όπως φαίνεται, στη γενιά της μεταπολίτευσης – άποψη ότι όλοι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του εξωτερικού πρέπει να επιστρέφουν στην πατρίδα τους για να σταδιοδρομήσουν. Πρόσθεσε επίσης ότι, με δεδομένο το ποσοστό ανεργίας και τους άθλιους μισθούς στην Ελλάδα, θα έπρεπε όλοι να στοχεύουν να βρουν μια θέση στο δημόσιο! Τα σχόλια δικά σας…

Φυσικά, δεν είναι μόνο τα παραπάνω που θα ήθελα να γράψω σε αυτή την ανάρτηση. Θα ήθελα να σχολιάσω ένα σωρό άλλα μικρά ή μεγάλα γεγονότα που εμφανίζονται στην ελληνική ειδησιογραφία καθημερινά. Ωστόσο, το κείμενό μου έχει ήδη «ξεφύγει» σε μήκος και επομένως θα σταματήσω εδώ.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους Καλή Χρονιά και ας ελπίσουμε ότι το 2009 θα είναι λιγότερο μίζερο και καταθλιπτικό και περισσότερο ειρηνικό και αισιόδοξο! Χρόνια πολλά!

Τρίτη, Δεκέμβριος 23, 2008

Παραμονές Χριστουγέννων 2008, Οδός Τζαβέλλα




Σάββατο, Δεκέμβριος 06, 2008

Home sweet home?


Επέστρεψα στο Λονδίνο μετά από ένα ταξίδι μερικών εβδομάδων στην Αθήνα και περιέργως αισθάνθηκα ότι γύρισα σπίτι μου! Σ’ αυτή την πόλη έχω διαμείνει ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, το οποίο φαίνεται ακόμα μικρότερο σε σύγκριση με τον χρόνο – ή μάλλον τα χρόνια - παραμονής μου στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή στο Cardiff. Ωστόσο, μόλις βγήκα από το καταθλιπτικό Heathrow, κατάλαβα πόσο πολύ μου έλειψε!

Μου έλειψε ο συννεφιασμένος ουρανός που κάνει τα χρώματα να φαίνονται πιο έντονα, οι βραδινές βόλτες δίπλα στον Τάμεση με θέα τα φώτα της απέναντι όχθης, τα ημι-υπαίθρια κινέζικα take away στο Camden Town, οι διανομείς της The London Paper και London Lite στις εξόδους του υπογείου που ανυπομονούν να ξεφορτωθούν τις εφημερίδες τους, τα μικροσκοπικά ποντίκια που παίζουν κρυφτό στις ράγες του σταθμού της Leicester Square, οι αδιάφορες από άποψη τοπίου διαδρομές του υπογείου που σε «αναγκάζουν» να διαβάσεις οτιδήποτε διαβάζεται και βρίσκεται μέσα στην τσάντα σου (από βιβλίο μέχρι αποδείξεις πληρωμής και οδηγίες φαρμάκων), παρατημένο πάνω στα διπλανά καθίσματα (εφημερίδες, φυλλάδια κτλ.) ή τοποθετημένο στρατηγικά πάνω από το κεφάλι σου και σε προτρέπει να καταναλώσεις (διαφημιστικές επιγραφές). Αλλά πάνω απ’ όλα, μου έλειψαν οι χαμογελαστοί άνθρωποι.

Ναι, όσο και αν φαίνεται απίστευτο, ενώ η αγαπημένη έκφραση των δημοσιογράφων, credit crunch, ακούγεται από όλα τα μέσα ενημέρωσης εδώ και σχεδόν τρεις μήνες, ο κόσμος στο Λονδίνο περπατάει ακόμα στο δρόμο με ένα - έστω και αμυδρό - χαμόγελο στα χείλη! Λες και η οικονομική κρίση δεν έχει «χτυπήσει» αυτή την πόλη! Λες και τα τηλεοπτικά κανάλια και οι εφημερίδες μιλούν για έναν άλλον, μακρινό τόπο.

Όταν πριν από μερικά χρόνια επέστρεψα από ένα εκπαιδευτικό ταξίδι στη Νέα Υόρκη και ερωτήθηκα πώς μου φάνηκε, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ότι οι κάτοικοί της ήταν κατσουφιασμένοι και μάλλον δυστυχισμένοι. Τους έβλεπα να περπατούν στον δρόμο σαν να μην τους ενδιαφέρει τι γίνεται γύρω τους: είχαν το βλέμμα «καρφωμένο» στο έδαφος ή κοιτούσαν μπροστά, αλλά στην ουσία δεν έβλεπαν τίποτε συγκεκριμένο. Για το Λονδίνο, δεν είχα πει ποτέ κάτι παρόμοιο. Αλλά ούτε και το αντίθετο. Γιατί μέχρι πρόσφατα, δεν είχα προσέξει.

Όμως το συνειδητοποίησα κατά την πρόσφατη παραμονή μου στην Αθήνα, όταν παρατήρησα πως οι συντοπίτες μου περπατάνε στον δρόμο σκυθρωποί και συχνά μιλούν μόνοι τους! Σαν να τσακώνονται με έναν αόρατο συνοδοιπόρο! Και τότε έκανα την σύγκριση: οι Londoners είναι χαμογελαστοί! Ακόμα κι όταν δεν χαμογελούν συνειδητά.

Να, κατι τέτοια μου κάνει το Λονδίνο και δεν αποφασίζω τελικά να το εγκαταλείψω…